προσευχή

ἡ προσευχή молитва, мольба; 2. молельня, синагога; 3. место под открытым небом где иудеи совершали молитву

Древнегреческо-русский учебный словарь. - С-П.: "Нотабене". 1997.

Смотреть что такое "προσευχή" в других словарях:

  • προσευχή — η молитва – обращение к Богу: νηστεία και προσευχή пост и молитва …   Η εκκλησία λεξικό (Церковный словарь Назаренко)

  • προσευχῇ — προσευχή prayer fem dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προσευχή — prayer fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προσευχή — Λόγια που απευθύνονται τελετουργικά σε υπερανθρώπινα όντα (θεότητες, πνεύματα, φετίχ, προγόνους κλπ.), είτε σε αυθόρμητη μορφή είτε επαναλαμβανόμενα κατά ένα σταθερό τύπο. Δεν είναι βέβαιο αν προηγήθηκε η αυθόρμητη ή η τυποποιημένη π. Από καθαρά… …   Dictionary of Greek

  • προσευχή — [просэфхи] ουσ. Θ. молитва …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • προσευχή — η δέηση, παράκληση προς το Θεό ή άγιο …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • προσεύχῃ — προσεύχομαι offer prayers pres subj mp 2nd sg προσεύχομαι offer prayers pres ind mp 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Προσευχή του Ιησού — Иисусова молитва: Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού ελέησόν με τον αμαρτωλόν Господи Иисусе Христе, Сыне Божий, помилуй мя грешного …   Η εκκλησία λεξικό (Церковный словарь Назаренко)

  • Προσευχή αμαρτωλών — Θρησκευτικό ποίημα, ένα από τα παλαιότερα μνημεία της βυζαντινής λογοτεχνίας, έργο πιθανότατα του 12ου αι. Αποτελείται από 16 ανομοιοκατάληκτους πολιτικούς στίχους …   Dictionary of Greek

  • Αρχιερατική προσευχή — η Архиерейская молитва Христа (как Архиерея Человечества), произнесенная Господом незадолго до его взятие евреями в Гефсиманском саду. Архиерейская молитва приводится в Евангелии от Иоанна на Тайной Вечери. Разделяется на молитву Господа о Себе,… …   Η εκκλησία λεξικό (Церковный словарь Назаренко)

  • εωθινή προσευχή — η утреннее молитвенное правило …   Η εκκλησία λεξικό (Церковный словарь Назаренко)

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.